ΚΟΣΜΟΣ
Απειλή για την οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου οι δασμοί Τραμπ – Επαφές του Στάρμερ με διεθνείς ηγέτες, αναζητώντας διέξοδο

Σε έκκληση για αυτοσυγκράτηση και αποφυγή αντιποίνων προχώρησε ο πρώην πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, σερ Τόνι Μπλερ, μετά την ανακοίνωση του πρώην προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, για επιβολή δασμών ύψους 10% σε όλες τις βρετανικές εξαγωγές. Το μέτρο προκάλεσε αναταράξεις στις διεθνείς αγορές, ενώ εντείνει τις πιέσεις προς την κυβέρνηση του σερ Κιρ Στάρμερ, η οποία αναζητά εναλλακτικές στρατηγικές για την προστασία της βρετανικής οικονομίας.
Ανταπόκριση: Νατάσα Καντζάβελου
Την ίδια στιγμή, η Ντάουνινγκ Στριτ διέψευσε ισχυρισμούς του Τραμπ ότι ο Στάρμερ «είναι ευχαριστημένος» με τους δασμούς, χαρακτηρίζοντας την απόφαση «απογοητευτική».
Διπλωματικός μαραθώνιος – Χωρίς επαφή με Τραμπ
Ο πρωθυπουργός αναμένεται να έχει σειρά τηλεφωνικών επικοινωνιών με Ευρωπαίους και ηγέτες της Κοινοπολιτείας το Σαββατοκύριακο, χωρίς ωστόσο να προβλέπεται απευθείας συνομιλία με τον πρώην Αμερικανό πρόεδρο. Η στάση αυτή ερμηνεύεται ως επιθυμία αποφυγής περαιτέρω όξυνσης, αλλά και ως ένδειξη δυσαρέσκειας απέναντι στην ξαφνική και μονομερή κλιμάκωση εκ μέρους της Ουάσινγκτον.
Παράλληλα, κυβερνητικοί αξιωματούχοι επεξεργάζονται κατάλογο 417 σελίδων με εν δυνάμει προϊόντα στα οποία θα μπορούσαν να επιβληθούν ανταποδοτικοί δασμοί – μεταξύ αυτών αμερικανικά ποτά, γεωργικά προϊόντα και προϊόντα πολιτιστικής βιομηχανίας όπως οι Harley Davidson.
Εσωτερικές πιέσεις και εναλλακτικά
Ο γνωστός οικονομολόγος Τζιμ Ο’Νιλ, πρότεινε διαφορετική προσέγγιση, καλώντας την κυβέρνηση να συμπράξει συμμαχία με τις υπόλοιπες χώρες της G7 – εξαιρουμένων των ΗΠΑ – για τη μείωση δασμών και την ενίσχυση του εμπορίου υπηρεσιών.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Τζέρεμι Χαντ χαρακτήρισε «αυταπάτη» την ιδέα ότι ο Τραμπ θα επηρεαστεί από βρετανικά αντίποινα, υπογραμμίζοντας ότι οι εξαγωγές του ΗΒ αντιστοιχούν σε μικρό ποσοστό του αμερικανικού ΑΕΠ.
Την ίδια στιγμή, οι βρετανικές επιχειρήσεις καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα ασταθές περιβάλλον. Έρευνα του Ινστιτούτου Διευθυντών (IoD) σε 562 μέλη του, έδειξε ότι το 37% αναμένει αρνητικό αντίκτυπο από τους νέους δασμούς, ενώ πολλές επιχειρήσεις εξετάζουν τη μεταφορά δραστηριοτήτων στις ΗΠΑ ή την ενίσχυση συνεργασιών με τρίτες αγορές.
Η επικεφαλής οικονομολόγος του IoD, Άννα Λιτς, ανέφερε:
«Με τόσο υψηλά επίπεδα αβεβαιότητας, είναι κατανοητό ότι οι επιχειρήσεις αποφεύγουν κινήσεις που απαιτούν πόρους και δεν είναι αναστρέψιμες. Δυστυχώς, αυτή η επιφυλακτικότητα εντείνει τη στασιμότητα που έχει ήδη καταγραφεί μετά τον προϋπολογισμό του Οκτωβρίου.»
Η στάση της κυβέρνησης και η συνέχεια
Η καγκελάριος Ρέιτσελ Ριβς δήλωσε την Παρασκευή ότι η κυβέρνηση παραμένει προσηλωμένη στην εξεύρεση της καλύτερης δυνατής συμφωνίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. «Δεν θέλουμε να δούμε δασμούς στις εξαγωγές μας. Εργαζόμαστε σκληρά ώστε να διασφαλίσουμε τα βρετανικά συμφέροντα, να προστατεύσουμε τις θέσεις εργασίας και να στηρίξουμε τη βιομηχανία μας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι ακόμη και αν επιτευχθεί συμφωνία, ο παγκόσμιος αντίκτυπος των αμερικανικών δασμών είναι πιθανό να προκαλέσει σοβαρό οικονομικό πλήγμα στη βρετανική οικονομία. Με την κυβέρνηση να βρίσκεται ενώπιον ενός κρίσιμου σταυροδρομιού, το ζητούμενο παραμένει η εξισορρόπηση μεταξύ διπλωματίας, εθνικών συμφερόντων και στήριξης της εγχώριας οικονομίας.
Πηγή: ertnews.gr
Ελάτε στην ομάδα μας στο viber για να ενημερώνεστε πρώτοι για τις σημαντικότερες ειδήσεις